απασχολημένος


απασχολημένος

(μετοχή-pjesore)

i zënë

ενικός
ονομαστική απασχολημένος απασχολημένη απασχολημένο
γενική απασχολημένου απασχολημένης απασχολημένου
αιτιατική απασχολημένο απασχολημένη απασχολημένο
κλητική απασχολημένε απασχολημένη απασχολημένο
πληθυντικός
ονομαστική απασχολημένοι απασχολημένες απασχολημένα
γενική απασχολημένων απασχολημένων απασχολημένων
αιτιατική απασχολημένους απασχολημένες απασχολημένα
κλητική απασχολημένοι απασχολημένες απασχολημένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απασχολημένος":
απασχολημένος → wiktionary
απασχολημένος → wikipedia
απασχολημένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απασχολημένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απασχολημένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *