απασχόληση


απασχόληση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

punë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απασχόληση οι απασχολήσεις
γενική της απασχολήσεως / απασχόλησης των απασχολήσεων
αιτιατική την απασχόληση τις απασχολήσεις
κλητική απασχόληση απασχολήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απασχόληση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *