απασχόληση


απασχόληση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

punë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απασχόληση οι απασχολήσεις
γενική της απασχολήσεως / απασχόλησης των απασχολήσεων
αιτιατική την απασχόληση τις απασχολήσεις
κλητική απασχόληση απασχολήσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απασχόληση":
απασχόληση → wiktionary
απασχόληση → wikipedia
απασχόληση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απασχόληση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απασχόληση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *