απερίσκεπτος


απερίσκεπτος

(επίθετο – mbiemër)

i pakujdesur
i pavëmendshëm

ενικός
ονομαστική απερίσκεπτος απερίσκεπτη απερίσκεπτο
γενική απερίσκεπτου απερίσκεπτης απερίσκεπτου
αιτιατική απερίσκεπτο απερίσκεπτη απερίσκεπτο
κλητική απερίσκεπτε απερίσκεπτη απερίσκεπτο
πληθυντικός
ονομαστική απερίσκεπτοι απερίσκεπτες απερίσκεπτα
γενική απερίσκεπτων απερίσκεπτων απερίσκεπτων
αιτιατική απερίσκεπτους απερίσκεπτες απερίσκεπτα
κλητική απερίσκεπτοι απερίσκεπτες απερίσκεπτα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απερίσκεπτος":
απερίσκεπτος → wiktionary
απερίσκεπτος → wikipedia
απερίσκεπτος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απερίσκεπτος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%cf%83%ce%ba%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απερίσκεπτος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *