απεργία


απεργία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

grevë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απεργία οι απεργίες
γενική της απεργίας των απεργιών
αιτιατική την απεργία τις απεργίες
κλητική απεργία απεργίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απεργία":
απεργία → wiktionary
απεργία → wikipedia
απεργία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απεργία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απεργία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *