απλός


απλός

(επίθετο – mbiemër)

i thjeshtë

ενικός
ονομαστική απλός απλή απλό
γενική απλού απλής απλού
αιτιατική απλό απλή απλό
κλητική απλέ απλή απλό
πληθυντικός
ονομαστική απλοί απλές απλά
γενική απλών απλών απλών
αιτιατική απλούς απλές απλά
κλητική απλοί απλές απλά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απλός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bb%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *