αποβάθρα


αποβάθρα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

skelë
platformë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αποβάθρα οι αποβάθρες
γενική της αποβάθρας των αποβαθρών
αιτιατική την αποβάθρα τις αποβάθρες
κλητική αποβάθρα αποβάθρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αποβάθρα":
αποβάθρα → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b2%ce%ac%ce%b8%cf%81%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αποβάθρα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αποβάθρα"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *