αποβολή


αποβολή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

hedhje
eliminim
abort

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αποβολή οι αποβολές
γενική της αποβολής των αποβολών
αιτιατική την αποβολή τις αποβολές
κλητική αποβολή αποβολές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αποβολή":
αποβολή → wiktionary
αποβολή → wikipedia
αποβολή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αποβολή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αποβολή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *