απογείωση


απογείωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

ngritja e avionit

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απογείωση οι απογειώσεις
γενική της απογείωσης / απογειώσεως των απογειώσεων
αιτιατική την απογείωση τις απογειώσεις
κλητική απογείωση απογειώσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απογείωση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%b5%ce%af%cf%89%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *