απογυμνωμένος


απογυμνωμένος

(μετοχή-pjesore)

i zhveshur lakuriq

ενικός
ονομαστική απογυμνωμένος απογυμνωμένη απογυμνωμένο
γενική απογυμνωμένου απογυμνωμένης απογυμνωμένου
αιτιατική απογυμνωμένο απογυμνωμένη απογυμνωμένο
κλητική απογυμνωμένε απογυμνωμένη απογυμνωμένο
πληθυντικός
ονομαστική απογυμνωμένοι απογυμνωμένες απογυμνωμένα
γενική απογυμνωμένων απογυμνωμένων απογυμνωμένων
αιτιατική απογυμνωμένους απογυμνωμένες απογυμνωμένα
κλητική απογυμνωμένοι απογυμνωμένες απογυμνωμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απογυμνωμένος":
απογυμνωμένος → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b3%cf%85%ce%bc%ce%bd%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απογυμνωμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"απογυμνωμένος"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *