αποδέκτης


αποδέκτης

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

i adresuar

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αποδέκτης / αποδέχτης οι αποδέκτες / αποδέχτες
γενική του αποδέκτη / αποδέχτη των αποδεκτών / αποδεχτών
αιτιατική τον αποδέκτη / αποδέχτη τους αποδέκτες / αποδέχτες
κλητική αποδέκτη / αποδέχτη αποδέκτες / αποδέχτες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αποδέκτης," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%ad%ce%ba%cf%84%ce%b7%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *