αποδεκτός


αποδεκτός

(επίθετο – mbiemër)

i pranueshëm

ενικός
ονομαστική αποδεκτός αποδεκτή αποδεκτό
γενική αποδεκτού αποδεκτής αποδεκτού
αιτιατική αποδεκτό αποδεκτή αποδεκτό
κλητική αποδεκτέ αποδεκτή αποδεκτό
πληθυντικός
ονομαστική αποδεκτοί αποδεκτές αποδεκτά
γενική αποδεκτών αποδεκτών αποδεκτών
αιτιατική αποδεκτούς αποδεκτές αποδεκτά
κλητική αποδεκτοί αποδεκτές αποδεκτά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αποδεκτός":
αποδεκτός → wiktionary
αποδεκτός → wikipedia
αποδεκτός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αποδεκτός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αποδεκτός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *