αποδοχές


αποδοχές

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

fitime

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αποδοχή οι αποδοχές
γενική της αποδοχής των αποδοχών
αιτιατική την αποδοχή τις αποδοχές
κλητική αποδοχή αποδοχές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αποδοχές," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%87%ce%ad%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *