αποδυτήρια


αποδυτήρια

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

dhomë e zhveshjes në stadium

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αποδυτήριο τα αποδυτήρια
γενική του αποδυτηρίου των αποδυτηρίων
αιτιατική το αποδυτήριο τα αποδυτήρια
κλητική αποδυτήριο αποδυτήρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αποδυτήρια," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b4%cf%85%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *