αποθήκευση


αποθήκευση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

ruajtje
depozitim
magazinim
akumulim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αποθήκευση οι αποθηκεύσεις
γενική της αποθήκευσης / αποθηκεύσεως των αποθηκεύσεων
αιτιατική την αποθήκευση τις αποθηκεύσεις
κλητική αποθήκευση αποθηκεύσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αποθήκευση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *