αποκλεισμός


αποκλεισμός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

bllokim
përjashtim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αποκλεισμός οι αποκλεισμοί
γενική του αποκλεισμού των αποκλεισμών
αιτιατική τον αποκλεισμό των αποκλεισμούς
κλητική αποκλεισμέ αποκλεισμοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αποκλεισμός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *