απολυμαντικό


απολυμαντικό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

dezinfektues

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το απολυμαντικό τα απολυμαντικά
γενική του απολυμαντικού των απολυμαντικών
αιτιατική το απολυμαντικό τα απολυμαντικά
κλητική απολυμαντικό απολυμαντικά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απολυμαντικό," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *