απολυμαντικό


απολυμαντικό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

dezinfektues

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το απολυμαντικό τα απολυμαντικά
γενική του απολυμαντικού των απολυμαντικών
αιτιατική το απολυμαντικό τα απολυμαντικά
κλητική απολυμαντικό απολυμαντικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απολυμαντικό":
απολυμαντικό → wiktionary
απολυμαντικό → wikipedia
απολυμαντικό → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απολυμαντικό

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απολυμαντικό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *