απομίμηση


απομίμηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

imitim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απομίμηση οι απομιμήσεις
γενική της απομιμήσεως / απομίμησης των απομιμήσεων
αιτιατική την απομίμηση τις απομιμήσεις
κλητική απομίμηση απομιμήσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απομίμηση":
απομίμηση → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%bc%ce%b7%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απομίμηση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"απομίμηση"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *