απομίμηση


απομίμηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

imitim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απομίμηση οι απομιμήσεις
γενική της απομιμήσεως / απομίμησης των απομιμήσεων
αιτιατική την απομίμηση τις απομιμήσεις
κλητική απομίμηση απομιμήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απομίμηση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%bc%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *