απομεινάρια


απομεινάρια

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

eshtra
mbetjet

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το απομεινάδι / απομεινάρι τα απομεινάδια / απομεινάρια
γενική του απομειναδιού / απομειναριού των απομειναδιών / απομειναριών
αιτιατική το απομεινάδι / απομεινάρι τα απομεινάδια / απομεινάρια
κλητική απομεινάδι / απομεινάρι απομεινάδια / απομεινάρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απομεινάρια," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bc%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *