απόδειξη


απόδειξη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

faturë
evidencë
dëshmi
fakt

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απόδειξη οι αποδείξεις
γενική της απόδειξης / αποδείξεως των αποδείξεων
αιτιατική την απόδειξη τις αποδείξεις
κλητική απόδειξη αποδείξεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απόδειξη," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%be%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *