απόδειξη


απόδειξη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

faturë
evidencë
dëshmi
fakt

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απόδειξη οι αποδείξεις
γενική της απόδειξης / αποδείξεως των αποδείξεων
αιτιατική την απόδειξη τις αποδείξεις
κλητική απόδειξη αποδείξεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απόδειξη":
απόδειξη → wiktionary
απόδειξη → wikipedia
απόδειξη → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απόδειξη

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%be%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απόδειξη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *