απόλαυση


απόλαυση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kënaqësi

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απόλαυση οι απολαύσεις
γενική της απόλαυσης / απολαύσεως των απολαύσεων
αιτιατική την απόλαυση τις απολαύσεις
κλητική απόλαυση απολαύσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απόλαυση":
απόλαυση → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b1%cf%85%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απόλαυση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"απόλαυση"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *