βήμα


βήμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

hap

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βήμα τα βήματα
γενική του βήματος των βημάτων
αιτιατική το βήμα τα βήματα
κλητική βήμα βήματα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βήμα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%ae%ce%bc%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *