βίζα


βίζα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

vizë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βίζα οι βίζες
γενική της βίζας των βιζών
αιτιατική τη βίζα τις βίζες
κλητική βίζα βίζες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βίζα":
βίζα → wiktionary
βίζα → wikipedia
βίζα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βίζα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%af%ce%b6%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βίζα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *