βαγόνι


βαγόνι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

vagon
karrocë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βαγόνι τα βαγόνια
γενική του βαγονιού των βαγονιών
αιτιατική το βαγόνι τα βαγόνια
κλητική βαγόνι βαγόνια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βαγόνι":
βαγόνι → wiktionary
βαγόνι → wikipedia
βαγόνι → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βαγόνι

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%ce%b3%cf%8c%ce%bd%ce%b9
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βαγόνι," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *