βαθμός


βαθμός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

shkallë
notë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βαθμός οι βαθμοί
γενική του βαθμού των βαθμών
αιτιατική το βαθμό τους βαθμούς
κλητική βαθμέ βαθμοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βαθμός":
βαθμός → wiktionary
βαθμός → wikipedia
βαθμός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βαθμός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%ce%b8%ce%bc%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βαθμός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *