βαθύς


βαθύς

(επίθετο – mbiemër)

i thellë

ενικός
ονομαστική βαθύς βαθιά βαθύ
γενική βαθιού / βαθύ βαθιάς βαθιού
αιτιατική βαθύ βαθιά βαθύ
κλητική βαθύ βαθιά βαθύ
πληθυντικός
ονομαστική βαθιοί / βαθείς βαθιές βαθιά
γενική βαθιών βαθιών βαθιών / βαθέων
αιτιατική βαθιούς / βαθείς βαθιές βαθιά
κλητική βαθιοί / βαθείς βαθιές βαθιά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βαθύς," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%ce%b8%cf%8d%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *