βακτήρια


βακτήρια

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

bakteret

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βακτήριο τα βακτήρια
γενική του βακτηρίου των βακτηρίων
αιτιατική το βακτήριο τα βακτήρια
κλητική βακτήριο βακτήρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βακτήρια," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%ce%ba%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *