βασισμένος


βασισμένος

(μετοχή-pjesore)

i bazuar

ενικός
ονομαστική βασισμένος βασισμένη βασισμένο
γενική βασισμένου βασισμένης βασισμένου
αιτιατική βασισμένο βασισμένη βασισμένο
κλητική βασισμένε βασισμένη βασισμένο
πληθυντικός
ονομαστική βασισμένοι βασισμένες βασισμένα
γενική βασισμένων βασισμένων βασισμένων
αιτιατική βασισμένους βασισμένες βασισμένα
κλητική βασισμένοι βασισμένες βασισμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βασισμένος":
βασισμένος → wiktionary
βασισμένος → wikipedia
βασισμένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βασισμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βασισμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *