Βατικανό


Βατικανό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

Vatikan

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το Βατικανό
γενική του Βατικανού
αιτιατική το Βατικανό
κλητική Βατικανό

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Βατικανό":
Βατικανό → wiktionary
Βατικανό → wikipedia
Βατικανό → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Βατικανό

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Βατικανό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *