βεβαιότητα


βεβαιότητα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

siguri

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βεβαιότητα οι βεβαιότητες
γενική της βεβαιότητας των βεβαιοτήτων
αιτιατική τη βεβαιότητα τις βεβαιότητες
κλητική βεβαιότητα βεβαιότητες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βεβαιότητα":
βεβαιότητα → wiktionary
βεβαιότητα → wikipedia
βεβαιότητα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βεβαιότητα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b5%ce%b2%ce%b1%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βεβαιότητα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *