βελούδο


βελούδο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kadife

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βελούδο τα βελούδα
γενική του βελούδου των βελούδων
αιτιατική το βελούδο τα βελούδα
κλητική βελούδο βελούδα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βελούδο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *