βελτίωση


βελτίωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

përmirësim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βελτίωση οι βελτιώσεις
γενική της βελτίωσης / βελτιώσεως των βελτιώσεων
αιτιατική τη βελτίωση τις βελτιώσεις
κλητική βελτίωση βελτιώσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βελτίωση":
βελτίωση → wiktionary
βελτίωση → wikipedia
βελτίωση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βελτίωση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b5%ce%bb%cf%84%ce%af%cf%89%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βελτίωση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *