Βενεζουέλα


Βενεζουέλα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

Venezuelë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η Βενεζουέλα
γενική της Βενεζουέλας
αιτιατική τη Βενεζουέλας
κλητική Βενεζουέλα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Βενεζουέλα":
Βενεζουέλα → wiktionary
Βενεζουέλα → wikipedia
Βενεζουέλα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Βενεζουέλα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b6%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bb%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Βενεζουέλα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *