βενζινάκατος


βενζινάκατος

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

motoskaf

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βενζινάκατος οι βενζινάκατοι
γενική της βενζινακάτου των βενζινακάτων
αιτιατική τη βενζινάκατο τις βενζινακάτους
κλητική βενζινάκατε βενζινάκατοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βενζινάκατος":
βενζινάκατος → wiktionary
βενζινάκατος → wikipedia
βενζινάκατος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βενζινάκατος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b5%ce%bd%ce%b6%ce%b9%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βενζινάκατος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *