βηματοδότης


βηματοδότης

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

aparat stimulues kardiak

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βηματοδότης οι βηματοδότες
γενική του βηματοδότη των βηματοδοτών
αιτιατική το βηματοδότη τους βηματοδότες
κλητική βηματοδότη βηματοδότες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βηματοδότης":
βηματοδότης → wiktionary
βηματοδότης → wikipedia
βηματοδότης → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βηματοδότης

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βηματοδότης," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *