βηματοδότης


βηματοδότης

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

aparat stimulues kardiak

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βηματοδότης οι βηματοδότες
γενική του βηματοδότη των βηματοδοτών
αιτιατική το βηματοδότη τους βηματοδότες
κλητική βηματοδότη βηματοδότες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βηματοδότης," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *