Βιετναμέζος


Βιετναμέζος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

vietnamez

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Βιετναμέζος οι Βιετναμέζοι
γενική του Βιετναμέζου των Βιετναμέζων
αιτιατική το Βιετναμέζο τους Βιετναμέζους
κλητική Βιετναμέζε Βιετναμέζοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Βιετναμέζος":
Βιετναμέζος → wiktionary
Βιετναμέζος → wikipedia
Βιετναμέζος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Βιετναμέζος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%b5%cf%84%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%ad%ce%b6%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Βιετναμέζος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *