βιζόν


βιζόν

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

bizon

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βιζόν," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%b6%cf%8c%ce%bd.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *