βιντεοκάμερα


βιντεοκάμερα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

videokamer

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βιντεοκάμερα οι βιντεοκάμερες
γενική της βιντεοκάμερας των βιντεοκαμερών
αιτιατική τη βιντεοκάμερα τις βιντεοκάμερες
κλητική βιντεοκάμερα βιντεοκάμερες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βιντεοκάμερα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bf%ce%ba%ce%ac%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *