βιογραφία


βιογραφία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

biografi

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βιογραφία οι βιογραφίες
γενική της βιογραφίας των βιογραφιών
αιτιατική τη βιογραφία τις βιογραφίες
κλητική βιογραφία βιογραφίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βιογραφία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *