βιολογία


βιολογία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

biologji

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βιολογία οι βιολογίες
γενική της βιολογίας των βιολογιών
αιτιατική τη βιολογία τις βιολογίες
κλητική βιολογία βιολογίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βιολογία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *