βιολογία


βιολογία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

biologji

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βιολογία οι βιολογίες
γενική της βιολογίας των βιολογιών
αιτιατική τη βιολογία τις βιολογίες
κλητική βιολογία βιολογίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βιολογία":
βιολογία → wiktionary
βιολογία → wikipedia
βιολογία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βιολογία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βιολογία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *