βιομηχανικός


βιομηχανικός

(επίθετο – mbiemër)

industrial

ενικός
ονομαστική βιομηχανικός βιομηχανική βιομηχανικό
γενική βιομηχανικού βιομηχανικής βιομηχανικού
αιτιατική βιομηχανικό βιομηχανική βιομηχανικό
κλητική βιομηχανικέ βιομηχανική βιομηχανικό
πληθυντικός
ονομαστική βιομηχανικοί βιομηχανικές βιομηχανικά
γενική βιομηχανικών βιομηχανικών βιομηχανικών
αιτιατική βιομηχανικούς βιομηχανικές βιομηχανικά
κλητική βιομηχανικοί βιομηχανικές βιομηχανικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βιομηχανικός":
βιομηχανικός → wiktionary
βιομηχανικός → wikipedia
βιομηχανικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βιομηχανικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βιομηχανικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *