βιόλα


βιόλα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

violë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βιόλα οι βιόλες
γενική της βιόλας των βιολών
αιτιατική τη βιόλα τις βιόλες
κλητική βιόλα βιόλες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βιόλα":
βιόλα → wiktionary
βιόλα → wikipedia
βιόλα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βιόλα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βιόλα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *