βλεφαρίδα


βλεφαρίδα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

qerpik

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βλεφαρίδα οι βλεφαρίδες
γενική της βλεφαρίδας των βλεφαρίδων
αιτιατική τη βλεφαρίδα τις βλεφαρίδες
κλητική βλεφαρίδα βλεφαρίδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βλεφαρίδα":
βλεφαρίδα → Ελληνοπαίδεια
βλεφαρίδα → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/βλεφαρίδα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bb%ce%b5%cf%86%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b4%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βλεφαρίδα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"βλεφαρίδα"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *