βοήθεια


βοήθεια

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

ndihmë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βοήθεια οι βοήθειες
γενική της βοήθειας των βοηθειών
αιτιατική τη βοήθεια τις βοήθειες
κλητική βοήθειες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βοήθεια":
βοήθεια → wiktionary
βοήθεια → wikipedia
βοήθεια → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βοήθεια

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%ce%ae%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βοήθεια," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *