Βούλγαρος


Βούλγαρος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

bullgar

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Βούλγαρος οι Βούλγαροι
γενική του Βουλγάρου / Βούλγαρου των Βουλγάρων / Βούλγαρων
αιτιατική το Βούλγαρο τους Βουλγάρους / Βούλγαρους
κλητική Βούλγαρε Βούλγαροι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "Βούλγαρος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *