βραβείο


βραβείο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

çmim
vlerësim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βραβείο τα βραβεία
γενική του βραβείου των βραβείων
αιτιατική το βραβείο τα βραβεία
κλητική βραβείο βραβεία
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βραβείο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%b5%ce%af%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *