βρασμένος


βρασμένος

(μετοχή-pjesore)

i zier

ενικός
ονομαστική βρασμένος βρασμένη βρασμένο
γενική βρασμένου βρασμένης βρασμένου
αιτιατική βρασμένο βρασμένη βρασμένο
κλητική βρασμένε βρασμένη βρασμένο
πληθυντικός
ονομαστική βρασμένοι βρασμένες βρασμένα
γενική βρασμένων βρασμένων βρασμένων
αιτιατική βρασμένους βρασμένες βρασμένα
κλητική βρασμένοι βρασμένες βρασμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βρασμένος":
βρασμένος → wiktionary
βρασμένος → wikipedia
βρασμένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βρασμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βρασμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *