Βρετανός


Βρετανός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

britanik

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Βρετανός οι Βρετανοί
γενική του Βρετανού των Βρετανών
αιτιατική το Βρετανό τους Βρετανούς
κλητική Βρετανέ Βρετανοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Βρετανός":
Βρετανός → wiktionary
Βρετανός → wikipedia
Βρετανός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Βρετανός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Βρετανός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *