βρογχίτιδα


βρογχίτιδα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

bronkit

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βρογχίτιδα οι βρογχίτιδες
γενική της βρογχίτιδας των βρογχιτίδων / βρογχίτιδων
αιτιατική τη βρογχίτιδα τις βρογχίτιδες
κλητική βρογχίτιδα βρογχίτιδες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βρογχίτιδα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%bf%ce%b3%cf%87%ce%af%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *