βρογχίτιδα


βρογχίτιδα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

bronkit

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βρογχίτιδα οι βρογχίτιδες
γενική της βρογχίτιδας των βρογχιτίδων / βρογχίτιδων
αιτιατική τη βρογχίτιδα τις βρογχίτιδες
κλητική βρογχίτιδα βρογχίτιδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βρογχίτιδα":
βρογχίτιδα → wiktionary
βρογχίτιδα → wikipedia
βρογχίτιδα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βρογχίτιδα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%bf%ce%b3%cf%87%ce%af%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βρογχίτιδα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *