βωμός


βωμός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

altar

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βωμός οι βωμοί
γενική του βωμού των βωμών
αιτιατική το βωμό τους βωμούς
κλητική βωμέ βωμοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βωμός":
βωμός → wiktionary
βωμός → wikipedia
βωμός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βωμός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%89%ce%bc%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βωμός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *