βόλεϊ


βόλεϊ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

volejboll

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βόλεϊ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b5%cf%8a.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *